Η «εκχώρηση» της διοίκησης των ΕΛ.ΠΕ. από τη Ν.Δ. στον Λάτση

Τα 4+1 “καυτά” ερωτήματα για τη διαχείριση του Ομίλου – Έντονος προβληματισμός μετά τα οικονομικά αποτελέσματα της -στρατηγικής σημασίας για το Δημόσιο- εταιρείας – Καταγράφεται μεγάλη λογιστική ζημιά, ύψους 340 εκατ. ευρώ, λόγω της μείωσης της αξίας των αποθεμάτων, με συνακόλουθη επίπτωση στο Δημόσιο, ύψους 120 εκατ. ευρώ (από την πίστωση φόρου)

Προβληματισμό δημιουργούν όχι μόνο τα στοιχεία από τα οικονομικά αποτελέσματα που παρουσίασε πρόσφατα για το πρώτο τρίμηνο του έτους ο όμιλος των Ελληνικών Πετρελαίων, αλλά κυρίως οι χειρισμοί των διοικούντων, στο πλαίσιο του «μοντέλου» που έχει επιλέξει η κυβέρνηση της Ν.Δ., για τη διοίκηση της στρατηγικής σημασίας επιχείρησης, στην οποία παραμένει μεγάλος μέτοχος το Δημόσιο.

Τα «διαπιστευτήρια» των Ελληνικών Πετρελαίων είναι γνωστά, καθώς πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες, με παρουσία του Δημοσίου σε ποσοστό 35,5%, σημαντική συμβολή στην εθνική οικονομία (450 εκατ. την τελευταία εξαετία από φορολογία / μερίσματα), υψηλές θέσεις στο χρηματιστήριο σε επίπεδο κεφαλαιοποίησης, στρατηγικής σημασίας παρουσία στις γειτονικές αγορές αλλά και με γεωστρατηγικό ρόλο μέσω της συμμετοχής της στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων με ισχυρούς διεθνείς εταίρους.

Ωστόσο, επιλογή της κυβέρνησης της Ν.Δ. ήταν η επιστροφή στη γνωστή τακτική παλιότερων -και δικών της- κυβερνήσεων να μην ασκήσει το δικαίωμα του Δημοσίου να ορίζει τη διοίκηση, κάτι που έπραξε για πρώτη φορά το 2015 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά να την παραχωρήσει, στην ουσία, στον έτερο μεγάλο μέτοχο, την εταιρεία Paneuropean, συμφερόντων του κ. Λάτση. Είναι αναμενόμενο, έναντι της προκάτοχης σύνθεσης, να υπάρχει αλλαγή «μοντέλου» διοίκησης με διαφοροποιημένες αρχές και προτεραιότητες.

Η εικόνα των ζημιών

Τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου 2020 χαρακτηρίστηκαν ως επιτυχή από τη διοίκηση με δεδομένη τη συγκεκριμένη συγκυρία των επιπτώσεων από την πανδημία του SARS-CoV-2, όμως διαχρονικά, πέραν των εξωγενών ή έκτακτων παραγόντων, ορισμένοι δείκτες αντανακλούν και τις επιλογές των διοικούντων ή / και των πολιτικών προϊσταμένων τους…

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιοποιήθηκαν, καταγράφεται μεγάλη λογιστική ζημιά ύψους 340 εκατ. ευρώ λόγω της μείωσης της αξίας των αποθεμάτων με συνακόλουθη επίπτωση στο Δημόσιο, ύψους 120 εκατ. ευρώ (από την πίστωση φόρου), που παραπέμπει στη διαχείριση των αποθεμάτων το προσεχές διάστημα, η οποία και θα καθορίσει την αποφυγή της μετατροπής ή όχι της λογιστικής σε πραγματική ζημιά. Παράλληλα, εμφανίζεται μια απομείωση της περιουσίας της εταιρείας κατά 367 εκατ. ευρώ (ίδια κεφάλαια), ενώ η ανάγκη για αυξημένο κατά 384 εκατ. ευρώ καθαρό δανεισμό σε περιβάλλον μειωμένων πετρελαϊκών τιμών δεν είναι ξεκάθαρη.



Τα «4+1» ερωτήματα

Σ’ αυτό το πλαίσιο προκύπτουν ορισμένα ερωτήματα:

1. Γιατί, παρά την πτώση των τιμών αργού, αναφέρεται στα οικονομικά αποτελέσματα α΄ τριμήνου 2020 αρνητική επίπτωση από τις τιμές πετρελαίου και πρώτων υλών;

Πέρα από την κατανοητή επίπτωση της απομείωσης της αξίας των αποθεμάτων, θα αναμενόταν ένα πλεονέκτημα με τη μείωση των τιμών του αργού και τα υψηλότερα έναντι των αντίστοιχων περσινών διεθνή περιθώρια διύλισης αλλά και την ευνοϊκή ισοτιμία ευρώ / δολαρίου, παράγοντες που κατά τα ΕΛ.ΠΕ. αύξησαν την κερδοφορία κατά τουλάχιστον 10 εκατ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο, εντούτοις αναφέρεται αρνητική επίπτωση από τις τιμές του αργού και των πρώτων υλών κατά 15 εκατ. Προκαλεί εντύπωση το ιδιαίτερα αυξημένο αυτό κόστος και η επίκληση του συγκεκριμένου δείκτη, ακόμα κι αν συνυπολογιστούν και πιθανές αλλαγές στον τύπο προμήθειας των αργών λόγω της παραγωγής μαζούτ πολύ χαμηλού θείου για τα ναυτιλιακά καύσιμα που μπορεί να «πίεσαν» το κόστος προμηθειών (διάγραμμα 1).

2. Γιατί η σύγκριση στην παραγωγή γίνεται μεν με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, που όμως είχε την «ιδιαιτερότητα» της χαμηλότερης παραγωγής λόγω συντηρήσεων, κάτι που πάντως επισημαινόταν στην ανακοίνωση πρώτου τριμήνου 2019, σε αντίθεση με την αντίστοιχη πρώτου τριμήνου 2020;

Αναφέρονται αυξημένες έναντι του πρώτου τριμήνου 2019 παραγωγή καθώς και εξαγωγές. Είναι σύνηθες να γίνεται ευθεία σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο της αμέσως προηγούμενης χρονιάς, ωστόσο δεν επισημαίνεται πουθενά ότι το α΄ τρίμηνο 2019 ήταν το «χαμηλότερο» των τελευταίων ετών, καθώς τα διυλιστήρια Θεσσαλονίκης και Ελευσίνας είχαν συντηρήσεις και άρα μικρότερο χρόνο λειτουργίας και αντίστοιχα παραγωγής – κάτι που πάντως σημειωνόταν στην αντίστοιχη ανακοίνωση του α΄ τριμήνου. Η σύγκριση, αν και ευνοϊκή για το α΄ τρίμηνο 2020, προφανώς δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα, αφού πρόκειται για εντελώς διαφορετική παραγωγική δυναμική. Αν ληφθεί υπόψη η μέση παραγωγή των αντίστοιχων τριμήνων των ετών 2017 – 2018, προκύπτει μείωση της φετινής παραγωγής της τάξεως του 3%.

3. Γιατί δεν σχολιάζεται η διαφορά (μείωση) στα βελτιωμένα περιθώρια διύλισης (υπεραπόδοση – overperformance) το πρώτο τρίμηνο 2020 έναντι των αντίστοιχων των πρώτων τριμήνων των προηγούμενων τριών ετών – και συνακόλουθα η επίπτωση αυτής στα κέρδη;

Χωρίς… λόγια, αν και παρουσιάζεται σε σχετικά γραφήματα, παραμένει το γεγονός ότι το overperformance (υπεραπόδοση – δηλαδή πόσο καλύτερα ήταν τα περιθώρια που πέτυχαν τα ΕΛ.ΠΕ. από τον δείκτη Benchmark της αγοράς) μειώθηκε έναντι των προηγούμενων τριών ετών. Το μέσο overperformance των πρώτων τριμήνων 2017, 2018, 2019 ήταν 5,8 δολάρια το βαρέλι ($/bbl), ενώ του πρώτου τριμήνου 2020 ήταν 4,7 $/bbl, διαφορά που μεταφράζεται σε απώλεια κερδών της τάξης των 23 εκατ. ευρώ περίπου. Η ιστορική ανάλυση αποτελεσμάτων δείχνει ότι το overperformance δεν επηρεάζεται σημαντικά από το μείγμα πωλήσεων [π.χ. το β΄ τρίμηνο 2019, με ανάλογες εξαγωγές, η υπεραπόδοση ήταν 6,1 $/bbl (διάγραμμα 2)].

4. Ποιες ανάγκες οδήγησαν σε βραχυπρόθεσμο δανεισμό, δεδομένων και των μειωμένων τιμών αργού και προϊόντων;

Και γιατί δεν αναφέρεται η επίπτωση του νέου δανεισμού στο κόστος τόκων για την εταιρεία; Πέραν της γενικής αναφοράς περί αύξησης της ταμειακής ρευστότητας, δεν περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων μια επαρκής αιτιολόγηση για τη σημαντική αύξηση του καθαρού δανεισμού κατά περίπου 384 εκατ., με έμφαση δε στον βραχυπρόθεσμο και στις αναμενόμενες αυξημένες δαπάνες για τόκους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μελλοντική κερδοφορία. Αναστρέφοντας την τάση μείωσης των προηγούμενων ετών, τα ΕΛ.ΠΕ. διατηρούν δανεισμό σε επίπεδα άνω του 40% των απασχολούμενων κεφαλαίων χωρίς μισθώσεις στο τέλος του 2019 και στο 49% στο τέλος του πρώτου τριμήνου 2020. Συνέπεια της απόφασης αυτής είναι οι δαπάνες για τόκους να ανέρχονται σε 134 εκατ. ευρώ το 2019. Η διοίκηση έχει μιλήσει για στόχο περιορισμού τους σε επίπεδα κάτω των 100 εκατ. ετησίως, αλλά ο νέος αυξημένος δανεισμός δημιουργεί ερωτήματα αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί.

5. Γιατί δεν υπάρχει απολύτως καμία αναφορά σχετικά με τη συμμετοχή των ΕΛ.ΠΕ. στην έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων;

Προβληματισμό δημιουργεί η παντελής έλλειψη αναφοράς σε μια στρατηγικής σημασίας δραστηριότητα και ένα σημαντικό asset του ομίλου, διαχρονικά και βέβαια όχι μόνο σε επίπεδο τριμήνου, ιδιαίτερα δε αν ληφθεί υπόψη και η στάση της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, σε συνδυασμό και με το φημολογούμενο κλίμα «παγώματος» που έχει δημιουργηθεί με δεδομένες τις σημερινές συνθήκες στις αγορές. Οποιαδήποτε αλλαγή «πλεύσης» σ’ αυτό το επίπεδο θα δημιουργούσε μείζον ζήτημα για τη στάση που υιοθετεί η κυβέρνηση της Ν.Δ.



Οι «4+1» απαντήσεις των ΕΛ.ΠΕ.

Η «Αυγή» απηύθυνε τα πέντε ερωτήματα στα ΕΛ.ΠΕ. Παρατίθενται οι απαντήσεις από την πλευρά του Ομίλου, κατά τη σειρά, των συγκεκριμένων ερωτημάτων:

1. Είναι αναμενόμενη και αυτονόητη η επίπτωση, καθώς τα αποθέματα που έχει η εταιρεία θα αποτιμηθούν σε χαμηλότερες τιμές. Αυτό άλλωστε έχει γίνει σε όλες τις εταιρείες του κλάδου. Να σημειωθεί πως, στο πλαίσιο της καταλληλότερης διαχείρισης αποθεμάτων, ο Όμιλος μείωσε την επίπτωση που θα είχε κατά περίπου 90 εκατ. δολάρια.

2. Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, οι επιχειρήσεις ανακοινώνουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα ανά τρίμηνο για να είναι συγκρίσιμα λόγω εποχικότητας και το πεδίο σύγκρισης αφορά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα της αμέσως προηγούμενης χρονιάς. Όπως αναφέρεται στις ανακοινώσεις των οικονομικών αποτελεσμάτων του α΄ τριμήνου, η αυξημένη παραγωγή είναι αποτέλεσμα υψηλότερης διαθεσιμότητας των διυλιστηρίων. Η παραγωγή των διυλιστηρίων του Ομίλου τα τελευταία τρίμηνα κυμαίνεται μεταξύ 3,5 – 4 εκατ. τόνων. Βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος της παραγωγής είναι το περιβάλλον τιμών, η προγραμματισμένη διαθεσιμότητα των μονάδων, οι έκτακτες διακοπές λειτουργίας, όπως στο γ΄ Τρίμηνο 2017 λόγω ζημιάς σε μια βασική μονάδα του διυλιστηρίου Ελευσίνας. Όπως ισχύει για κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στη βιομηχανία, η μεγιστοποίηση της διαθεσιμότητας για αύξηση παραγωγής και η ασφαλής λειτουργία αποτελούν και για τον Όμιλο ΕΛ.ΠΕ. βασικές προτεραιότητες.

3. To «overperformance» σε σχέση με τα διεθνή περιθώρια είναι σημαντικός δείκτης, που συνυπολογίζεται στην κατανόηση και αξιολόγηση ενός διυλιστηρίου. Τα ΕΛ.ΠΕ. από το 2013-2014, δηλαδή μετά την επαναλειτουργία του διυλιστηρίου της Ελευσίνας ύστερα από το μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα 2007-2013, είναι σε θέση να αξιοποιήσουν ακόμη περαιτέρω την τεχνική τους δυνατότητα να επεξεργάζονται διαφορετικά αργά ανάλογα με τις διεθνείς τιμές και να έχουν καλύτερη επίδοση από τα ενδεικτικά διεθνή περιθώρια. Βασικοί λόγοι διακύμανσης του δείκτη αυτού είναι η εξέλιξη της διαθεσιμότητας και της τιμής διαφορετικών αργών στην αγορά, αλλά και το ποσοστό εξαγωγών, καθώς επηρεάζει αρνητικά τον δείκτη αυτό. Οι συγκεκριμένες αναλύσεις συμπεριλαμβάνονται στις παρουσιάσεις των οικονομικών μας αποτελεσμάτων σε αρκετή λεπτομέρεια και γι’ αυτόν τον λόγο και οι διεθνείς αναλυτές είναι σε θέση να το παρακολουθούν και να το αξιολογούν θετικά.

4. Στην παρούσα φάση, η προσπάθεια των επιχειρήσεων διεθνώς ώστε να εξασφαλίσουν επιπλέον γραμμές χρηματοδότησης συνδέεται με την προσπάθεια να θωρακιστούν από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Σημειώνεται ότι ο Όμιλος ΕΛ.ΠΕ. είχε ήδη ισχυροποιήσει σημαντικά τον ισολογισμό του από τα τέλη του 2019 με την έκδοση του ευρωομολόγου των 500 εκατ. ευρώ, με σταθερό επιτόκιο μόλις στο 2%. Από τις αρχές Μαρτίου, στο πλαίσιο διαχείρισης αυτής της κρίσης, η πρόσβαση του Ομίλου ΕΛ.ΠΕ. σε πιστώσεις αυξήθηκε περαιτέρω κατά 300 εκατ. ευρώ και σε συνδυασμό με τη χρήση υφιστάμενων χρηματοπιστωτικών γραμμών η ενίσχυση της ρευστότητας ανήλθε συνολικά στα 550 εκατ. ευρώ από την έναρξη του 2020, με πολύ μικρή επίπτωση στο συνολικό χρηματοδοτικό ύψος του Ομίλου το οποίο κυμαίνεται σε ιστορικά χαμηλά, έχοντας μειωθεί σχεδόν στο μισό τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Όσον αφορά το κόστος των νέων δανείων, εξυπακούεται ότι συμπεριλαμβάνεται μέσα στα οικονομικά αποτελέσματα.

5. Το πρόγραμμα των ερευνών για εντοπισμό πιθανών κοιτασμάτων στον ελλαδικό χώρο θα προχωρήσει κανονικά, ανεξάρτητα από την όποια καθυστέρηση έχει προκύψει, είτε λόγω κορωνοϊού, είτε λόγω των αδειοδοτικών δυσκολιών που παρουσιάστηκαν. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν διενεργούνται εργασίες στο πεδίο ώστε να αναφερθούν νεότερες εξελίξεις.

Πηγή : www.avgi.gr



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *