Δεν φταίει η «κακιά η ώρα»

Δεν φταίει η «κακιά η ώρα»

Ούτε μήνας δεν πέρασε από το τραγικό δυστύχημα στις προβλήτες της COSCO ή τα καθημερινά τροχαία με θύματα ντελιβεράδες, και ήρθε η χτεσινή τραγωδία στις γραμμές του Ηλεκτρικού στην Αθήνα.

Ενα περιστατικό που αποτελεί την άλλη όψη των βαγονιών και των λεωφορείων – σαρδελοκούτια και εστίες υπερμετάδοσης της πανδημίας, των ΜΜΜ που παίρνουν φωτιά εν κινήσει, που μετατρέπουν τα δρομολόγια σε «οδύσσειες» για προσωπικό και επιβάτες.

Οι εργαζόμενοι παίζουν καθημερινά τη ζωή τους κορόνα – γράμματα, ενώ σήμερα υπάρχουν νέες σύγχρονες δυνατότητες πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων και μέσα που μπορούν να προβλέψουν με κάθε λεπτομέρεια τι μπορεί να πάει στραβά.

Τα καθημερινά εργατικά «ατυχήματα», όμως, δείχνουν ότι το κυνήγι του κέρδους είναι ασύμβατο με τη δουλειά σε συνθήκες ασφάλειας και ουσιαστικής προστασίας του εργαζόμενου. Τι φταίει λοιπόν για τα κατά συρροή εγκλήματα σε βάρος των εργαζομένων;

Πρώτον, τα μέτρα προστασίας διαρκώς ψαλιδίζονται, κι αυτό γίνεται ολοφάνερο σε βαριές και επικίνδυνες εργασίες, όπως στις μεταφορές, στα εργοστάσια, στα εργοτάξια κ.α. Η υγιεινή και η ασφάλεια «κοστίζουν» για την εργοδοσία, ειδικά όταν πρόκειται για συγκροτημένα μέτρα, όταν περιλαμβάνουν την τακτική συντήρηση μηχανημάτων, την ολοκληρωμένη εκπαίδευση του προσωπικού, την πρόληψη κάθε επαγγελματικού κινδύνου.

Κοστίζουν μάλιστα περισσότερο από όσο μια ψευτοαποζημίωση που θα δοθεί αν έρθει η «κακιά η ώρα», και μόνο αν αποδειχθεί ότι ευθύνεται η εργοδοσία, η οποία έχει άπειρους τρόπους να τη σκαπουλάρει.

Δεύτερον, οι όροι δουλειάς, η εντατικοποίηση, τα δεκάωρα, οι «κόντρα βάρδιες» φέρνουν καθημερινά τους εργαζόμενους αντιμέτωπους με την εξάντληση, μεγαλώνοντας κι άλλο τους κινδύνους, πόσο μάλλον για εκείνους που πασχίζουν και με δεύτερη δουλειά να καλύψουν τους μισθούς – ψίχουλα, την ακρίβεια, τις ανατιμήσεις.

Τρίτον, οι έλεγχοι από το κράτος είναι ανύπαρκτοι, αφού μεθοδικά εδώ και χρόνια ξεδοντιάζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες, το ΣΕΠΕ υποβαθμίζεται, τα Κέντρα Πρόληψης Επαγγελματικών Κινδύνων υπολειτουργούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία από τους ελέγχους του ΣΕΠΕ, αυτοί μειώνονται κάθε χρόνο τα τελευταία χρόνια, ενώ με βάση τη δύναμή του απαιτούνται 17 χρόνια (!) για να γίνουν έλεγχοι σε όλες τις επιχειρήσεις.

Πρόκειται για μια έμμεση «ασυλία» που παρέχει το κράτος στην εργοδοσία, συμπληρωματικά στους νόμους που διώκουν συνδικαλιστές και σωματεία, τα οποία αναδεικνύουν τις πραγματικές αιτίες των ατυχημάτων και οργανώνουν την πάλη των εργαζομένων για την ίδια τους τη ζωή.

Τέταρτον, πάλι στη λογική της «μείωσης του κόστους», δίνουν και παίρνουν οι «εργολαβίες» και οι «υπεργολαβίες», με τον «κύριο εργοδότη» να απαλλάσσεται από μια σειρά υποχρεώσεις, αναθέτοντας «έργα» σε άλλες εταιρείες, όπως γίνεται και στον ΗΣΑΠ. Μπορεί λοιπόν να «βγαίνει η δουλειά», και μάλιστα με «εξοικονόμηση πόρων», με μεγιστοποίηση του «οφέλους» για κράτος και εργοδοσία, αλλά το τίμημα το πληρώνουν οι εργαζόμενοι ακόμα και με την ίδια τους τη ζωή.

Πέμπτον, και αυτό για τη μείωση του «εργατικού κόστους», μέσω των γνωστών δουλεμπορικών γραφείων «ενοικίασης προσωπικού», που τροφοδοτούν τις εργολαβίες, σπάνε κόκαλα οι σχέσεις εργασίας – λάστιχο, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Χιλιάδες εργαζόμενοι δουλεύουν για μερικούς μόνο μήνες, περνάνε από διάφορα πόστα, δεν προλαβαίνουν να εκπαιδευτούν, να αποκτήσουν πείρα και συνολική εικόνα της παραγωγής, επομένως και των κινδύνων, να εξοικειωθούν με βαριές εργασίες.

Κι αν ο εργαζόμενος καταφέρει να τη γλιτώσει από αυτήν τη βαρβαρότητα, θα του φορτώσουν και την «ατομική ευθύνη» για το «ατύχημα», θα έχει να αντιμετωπίσει τους εργοδοτικούς εκβιασμούς για να το κουκουλώσει, για να μην «καταγραφεί» και «δυσφημίσει» την εταιρεία, για να «μην το μάθει το συνδικάτο» κ.ο.κ.

Η πάλη λοιπόν για μέτρα υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς είναι μονόδρομος για την εργατική τάξη και τα σωματεία της, ενώ η διεκδίκηση γύρω από τέτοια μέτρα φέρνει το εργατικό κίνημα αντιμέτωπο με όλο το αντεργατικό πλέγμα που συνθέτουν οι κυβερνήσεις για λογαριασμό της εργοδοσίας, διαμορφώνοντας συνθήκες μακελειού στους χώρους δουλειάς.

Με συσπείρωση στα συνδικάτα, με συγκρότηση Επιτροπών Υγιεινής και Ασφάλειας στους χώρους δουλειάς, με διαρκή επαγρύπνηση και διεκδίκηση, οι εργαζόμενοι μπορούν να αποδείξουν ότι οι ζωές τους «μετράνε». Και να προτάξουν τη ζωτική τους ανάγκη να επιστρέφουν σώοι από το μεροκάματο, κόντρα σε ένα σύστημα που την αντιμετωπίζει ως «βαρίδι».

 Αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Άποψή μας» του «Ριζοσπάστη», Τετάρτη 17 Νοέμβρη 2021

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *