Γ. Στεργιούλης : Το υπ. Ανάπτυξης έπρεπε να έχει ηδη παρέμβει για να μειωθούν οι τιμές των πετρελαιοειδών

Παρά την ΠΝΠ του Ιανουαρίου που το απαγορεύει, το περιθώριο κέρδους των εταιρειών εμπορίας καυσίμων πρέπει να διπλασιάστηκε χωρίς ακόμη το υπουργείο Ανάπτυξης να έχει παρέμβει για να περάσει η διεθνής μείωση τιμών και στους καταναλωτές, τόνισε ο πρώην διευθύνων σύμβουλος των Ελληνικών Πετρελαίων Γρηγόρης Στεργιούλης μιλώντας Στο Κόκκινο και τον Νίκο Σβέρκο για τις παράξενες κινήσεις της νέας διοίκησης και την καταστροφική ολιγωρία στο θέμα των μεγάλων συνεργασιών για τα κοιτάσματα σε Ιόνιο και νότια Κρήτη.

Ο κ. Στεργιούλης ξεκίνησε παραθέτοντας τα μεγέθη της ελληνικής αγοράς πετρελαιοειδών, αναφέροντας ότι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το μέσο ελληνικό νοικοκυριό καταναλώνει 184 ευρώ το μήνσ για ενεργειακά προϊόντα, με το 70% να είναι πετρέλαιο. Άρα, δύο μέσοι μισθοί σε μία μέση ελληνική οικογένεια καταναλώνονται σε προϊόντα πετρελαίου. Οι δύο μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις, είναι πετρελαϊκές, όπως σημείωσε, θυμίζοντας ότι οι ελληνικές εξαγωγές πετρελαιοειδών φτάνουν τα 10 δισ. ευρώ ετησίως, όταν συνολικά φτάνουν τα 33 δισ. ευρώ, ενώ οι φόροι και δασμοί που εισπράττει το κράτος από τα πετρελαιοειδή είναι 6 δισ. ευρώ, όταν όλοι οι φόροι φυσικών προσώπων φτάνουν τα 50 δισ. ευρώ. Τα πετρελαιοειδή λοιπόν έχουν άμεση σχέση με τα δημοσιονομικά μεγέθη, την ανάπτυξη και την οικονομία, γι` αυτό σήμερα όλοι οι αρχηγοί κρατών ανεξαρτήτως αν οι χώρες τους παράγουν πετρέλαιο ασχολούνται σοβαρά με το μέλλον του πετρελαίου.

Θύμισε επίσης ότι πριν δύο μήνες περίπου, το σημείο ισορροπίας στην παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση ήταν τα 100 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Μετά την πανδημία, η κατανάλωση εκτιμάται ότι έπεσε κατά 20-30 εκατ. βαρέλια, αλλά η μείωση που αποφάσισαν οι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες ήταν μόλις 9,7 εκατ. βαρέλια, άρα 10-20 εκατ. βαρέλια αποθεματοποιούνται, ενώ διευκρίνισε ότι οι τιμές των προϊόντων επηρεάζονται πολύ, ωστόσο δεν συναρτώνται ευθέως μόνο με τις τιμές του αργού πετρελαίου διεθνώς, αλλά και με τα αποθέματα, τη διαθεσιμότητα των διυλιστηρίων, τα μεταφορικά, κτλ.

Είναι περίεργο και θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας, συνέχισε ο κ. Στεργιούλης, το γεγονός ότι στην Ελλάδα η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου τον Ιανουάριο, όριζε ότι σε όλα τα προϊόντα δεν πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους από ό,τι τον Ιανουάριο. Στη συνέχεια, οι τιμές διυλιστηρίου ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό την πτώση τιμών του αργού πετρελαίου, αλλά οι τιμές καταναλωτή όχι. Το κέρδος των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων πρέπει να διπλασιάστηκε, άρα το Παρατηρητήριο Τιμών του υπουργείου Ανάπτυξης έπρεπε ήδη να έχει παρέμβει για να περάσει η μείωση τιμών και στους καταναλωτές. Είναι κατανοητό ότι η συρρίκνωση της κατανάλωσης πιέζει τις εταιρείες ενώ τα έξοδα παραμένουν τα ίδια, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής δεν πρέπει να καρπωθεί την τρομακτική μείωση τιμών διεθνώς.

Στα Ελληνικά Πετρέλαια, κατά τον ίδιο, υπάρχουν πράγματα που πρέπει να μελετηθούν από το υπουργείο (που διορίζει τις διοικήσεις). Τα ΕΛΠΕ πέρυσι έκαναν κάποιες παράξενες κινήσεις. Η μερισματική τους πολιτική για την χρονιά 2018-2019 ήταν τέτοια που πρακτικά διένειμε στους μετόχους όλα τα κέρδη, αντί επενδύσεων ή/και εξυπηρέτησης δανείων, άρα πρακτικά όλη η ρευστότητα της εταιρείας ήταν δανειακή. Και δόθηκαν παραπάνω σε μερίσματα από τα καθαρά κέρδη της εταιρείας.

Χθες η διοίκηση των ΕΛΠΕ δήλωσε ότι έχουν διατηρηθεί μεγάλα αποθέματα για διασφάλιση της αγοράς. Προκαλεί ερωτήματα αυτό, το να αποθεματοποιεί κανείς μεγάλες ποσότητες (πάνω από τις αναγκαίες των 90 ημερών) σε εποχές που οι τιμές κατρακυλούν, «χτυπάει καμπανάκι» για πολύ χαμηλές οικονομικές επιδόσεις της εταιρείας. Αν επιβεβαιωθούν οι φόβοι και αν, έστω λογιστικά λόγω αποθεμάτων, έχουμε πενιχρά οικονομικά αποτελέσματα, θα είναι πολύ άσχημο καμπανάκι. Πέρυσι πρώτη φορά η Motor Oil ξεπέρασε σε κερδοφορία τα ΕΛΠΕ, πράγμα πρωτοφανές, αυτή η τάση μας ξαναφέρνει στο 2014 όταν η εταιρεία υποπροσέφερε στο κοινωνικό σύνολο και την χώρα, παρότι έχει τεράστια σημασία για την οικονομία της χώρας, δραστηριότητα σε όλα τα Βαλκάνια, εξαγωγές σε 20 χώρες, τεράστιες συμβάσεις, είναι πρεσβευτής της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Το 2015-2018 έγιναν εντυπωσιακές συμφωνίες για τα ελληνικά μεγέθη με τους γίγαντες της παγκόσμιας αγοράς, Exxon Mobil, Total, Eni, Repsol, για να χαρτογραφήσουμε τα υποθαλάσσια κοιτάσματά μας από το Ιόνιο ως τη νότια Κρήτη. Αλλά ακολούθησε πλήρης και εντυπωσιακή απραξία. Πλέον βλέπουμε τις τελευταίες ημέρες δημοσιεύματα που αναφέρουν ότι αναβάλλονται ή ακυρώνονται εξορυκτικές δραστηριότητες στην περιοχή, κάτι που αποδεικνύει ότι η ολιγωρία σε τέτοιους τομείς μπορεί να αποβεί καταστροφική. Θα χάσουμε άλλη μία ευκαιρία. Φανταστείτε να ξέραμε σήμερα τι κρύβει η θάλασσά μας σε επίπεδο πετρελαιοειδών. Η αξιοποίηση του ελληνικού ορυκτού πλούτου απαιτεί χρήματα, προσπάθεια, ομάδες ανθρώπων με πίστη στο θέμα, όχι απλώς προσαρμογή δραστηριοτήτων κάθε εταιρείας στο καθημερινό, εύκολο κέρδος. Και την κύρια ευθύνη έχει και πάλι ο δημόσιος τομέας, κατέληξε ο κ. Στεργιούλης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *