«Ηλεκτροσόκ» για εργαζόμενους και συνταξιούχους της ΔΕΗ

Περισσότερο από 70% η επιβάρυνση των λογαριασμών τους από την «τιμωρητική» κατάργηση του ειδικού τιμολογίου που ήταν κατοχυρωμένο σε συλλογικές συμβάσεις από το 1991
Ακόμη και τους υπαλλήλους της φαίνεται ότι θέλει να διώξει από πελάτες της η ΔΕΗ, εξωθώντας τους σε ιδιώτες παρόχους ρεύματος. Γιατί αποδεικνύεται ότι η ουσιαστική κατάργηση του μειωμένου τιμολογίου για εργαζόμενους και συνταξιούχους της

δημόσιας επιχείρησης -την οποία αποφάσισε το περασμένο φθινόπωρο η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προβάλλοντάς την περίπου ως πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης και ισοτιμίας-, εκτός από τιμωρητική και ιδεοληπτική στερείται και οικονομικής λογικής.

Γιατί; Διότι αφενός ακόμη και οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ στις βεβαρημένες και υπό βίαιη απολιγνιτοποίηση περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης πληρώνουν το ρεύμα σε τετραπλάσια τιμή από αυτή που ίσχυε μέχρι πέρσι και τουλάχιστον 20% ακριβότερο από τις τιμές που προσφέρουν οι ιδιώτες, χάρη στην ιδιότυπη πριμοδότηση των τελευταίων από τη ΔΕΗ.

Ο παραλογισμός της κυβερνητικής απόφασης να μειώσει την έκπτωση στην τιμή του ρεύματος για εργαζόμενους και συνταξιούχους της ΔΕΗ από το 75% στο 30% και να καταργήσει όλες τις εκπτώσεις στα υπόλοιπα τέλη αποκαλύφθηκε όταν τον Μάρτιο και τον Μάιο έφτασαν οι εκκαθαριστικοί λογαριασμοί του 2019 και οι αντίστοιχοι του 2020, με τις νέες πλέον χρεώσεις που ίσχυαν από την αρχή του έτους.
Να πώς περιγράφει συνταξιούχος της ΔΕΗ, σε καταγγελία του προς την εφημερίδα μας, το «ηλεκτροσόκ» που υπέστη στη θέα των λογαριασμών: «Από τον Σεπτέμβριο του 2019 είχε να μας έρθει λογαριασμός. Οταν διαμαρτυρήθηκα μου έστειλαν ένα μέιλ όπου μου εξηγούσαν τον τρόπο χρέωσης σύμφωνα με Υπουργική Απόφαση που επέβαλε την κατάργηση του τιμολογίου με την προηγούμενη μορφή και ότι από 1/1/2020 θα ίσχυαν νέα δεδομένα.
▪ Ο προ-τελευταίος λογαριασμός μου που περιελάμβανε τις χρεώσεις από τις 8/5/2019 έως 9/1/2020 (247 ημέρες) ήταν ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟΣ και οι συνολικές χρεώσεις μου για 4.423 kWh ήταν 259,21 ευρώ, με ημερομηνία λήξης πληρωμής στις 28/4/2020.
▪ Στις αρχές Μαΐου μου ήρθε ο νέος λογαριασμός ΔΕΗ (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟΣ κι αυτός), για την περίοδο από 10/1/2020 έως 10/5/2020 (122 ημέρες) με καταναλώσεις 3.512 kWh (δηλ. 911 kWh λιγότερες) και συνολικές χρεώσεις 745,08 ευρώ (!) – με ημερομηνία εξόφλησης 5/6/2020».

Αύξηση 360%

Οπως εξηγεί ο Π.Γ. στην καταγγελία του, από την ανάλυση του λογαριασμού προκύπτει, πέρα από τον τετραπλασιασμό των επιμέρους τελών (ΑΔΜΗΕ-ΔΕΔΔΗΕ και ΥΚΩ), αύξηση 360% στην πραγματική τιμολόγηση του ρεύματος, αφού για τις 4.423 kWh του 2019 πλήρωνε 0,050 ευρώ / kWh, ενώ για τις 3.512 kWh του 2020 καλείται να πληρώσει 0,180 ευρώ. Αλλά ακόμη κι αν από την τιμολόγηση αφαιρεθούν τα εκτός ΔΕΗ τέλη, προκύπτει σχεδόν τριπλασιασμός τιμής, από τα περίπου 0,030 ανά κιλοβατώρα του 2019 σε 0,080 το 2020.
Το «ηλεκτροσόκ» των λογαριασμών ήταν πολλαπλάσιο για εκατοντάδες εργαζόμενους και συνταξιούχους της ΔΕΗ που πήραν το ίδιο διάστημα, μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου, εκκαθαριστικούς λογαριασμούς του 2019 και νέους του 2020 της τάξης των 1.500 έως και 3.000 ευρώ, με την υποχρέωση μάλιστα να τους εξοφλήσουν μέχρι αρχές Ιουνίου.
Οπως εξήγησε στην «Εφ.Συν.» ο γενικός γραμματέας της Ανώτατης Γενικής Συνομοσπονδίας Συνταξιούχων Ελλάδας (ΑΓΣΣΕ) και μέλος της διοίκησης της ΠΟΣ-ΔΕΗ Πέτρος Βογιατζής, «σε μεγάλο αριθμό συνταξιούχων εστάλησαν εκκαθαριστικοί λογαριασμοί δυο, τριών ακόμη και τεσσάρων ετών, με τεράστια ποσά, μέχρι και άνω των 4.000 ευρώ.
Η διοίκηση της ΔΕΗ, στην οποία διαμαρτυρηθήκαμε, επικαλέστηκε λάθη στο λογισμικό, κάλεσε να αγνοήσουμε αυτούς τους λογαριασμούς μέχρι την έκδοση νέων.
Κι αυτό συστήνουμε σε όσους συναδέλφους δεν έχουν πάρει ακόμη τους διορθωμένους λογαριασμούς. Ωστόσο, πέρα από το λάθος, υπάρχει το ουσιαστικό πρόβλημα της τεράστιας αύξησης που μας επιβλήθηκε διά νόμου και κατά παράβαση των συλλογικών μας συμβάσεων. Γιατί η έκπτωση στο τιμολόγιο δεν ήταν προνομιακή μεταχείριση, αλλά παροχή αντί αύξησης στους μισθούς. Ηταν κατάκτηση δεκαετιών».
Η μυθολογία περί προνομιούχων και «ρετιρέ της εργασίας», «συνδικαλιστικής και εργατικής αριστοκρατίας» δεν είναι καινούργια. Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις, από τη δεκαετία του ’80 και εντεύθεν, έχουν προσφύγει σε αυτή στη διάρκεια «αναμετρήσεων» με τους εργαζόμενους της ΔΕΗ.



Ωστόσο, αυτή η κυβέρνηση και ιδιαίτερα η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας επένδυσε με ζήλο στην ουσιαστική κατάργηση του «προνομίου» της έκπτωσης στην τιμή του ρεύματος, που μαζί με την κατάργηση της μονιμότητας αποτέλεσε βολικό κοινωνικό και ιδεολογικό άλλοθι για την πρωτοφανή γενική αύξηση στα τιμολόγια κατά 15%. Αύξηση την οποία η ΔΕΗ την πληρώνει με μαζική διαρροή πελατών προς τις ιδιωτικές εταιρείες.
Οπως μας εξηγεί ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ Γιώργος Αδαμίδης, τα ειδικά τιμολόγια των εργαζομένων, πέραν του ότι αποτελούν διεθνή πρακτική, είχαν ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’50. Στην αρχή μάλιστα είχαν τη μορφή παροχής σε είδος, σε καύσιμες μπριγκέτες, που δίνονταν στους εργάτες της Πτολεμαΐδας και του Αλιβερίου, που ενώ δούλευαν στην εξόρυξη λιγνίτη ή στην παραγωγή ρεύματος σε αντίξοες και τεχνολογικά πρωτόγονες συνθήκες, διέμεναν σε περιοχές που δεν είχαν ακόμη ηλεκτροδοτηθεί. Στη συνέχεια η παροχή πήρε τη μορφή έκπτωσης στο τιμολόγιο και από το 1991- επί κυβέρνησης Κων. Μητσοτάκη!- κατοχυρώθηκε στις Συλλογικές Συμβάσεις ως παροχή έναντι αύξησης μισθού, που μάλιστα στο μεγαλύτερο μέρος της δηλωνόταν και φορολογούνταν κανονικά ως εισόδημα.
Το καθεστώς αυτό, εξάλλου, ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν με τον ν. 2773/1999, για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και τη δημιουργία της ΡΑΕ, κυρώθηκε και η σύμβαση της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ με τον τότε υπουργό Ανάπτυξης για τη δημιουργία Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, πράγμα που απέδιδε στη ΔΕΗ τη μοναδική ιδιότητα του εργοδότη που ταυτόχρονα είναι, ουσιαστικά, και ασφαλιστικός φορέας.

Διαχρονικά αναγνωρισμένο

Αυτό το διαχρονικά αναγνωρισμένο από κυβερνήσεις και διοικήσεις της ΔΕΗ καθεστώς του ειδικού τιμολογίου για τους εργαζoμένους της, που παραβιάζεται από τον Ν. 4643/2019, είναι και η βάση επί της οποίας η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ και η ΠΟΣ ΔΕΗ (η ομοσπονδία συνταξιούχων) προσέφυγαν τον περασμένο Μάρτιο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας την ακύρωση της σχετικής απόφασης του Δ.Σ. της ΔΕΗ.
«Η πραγματική αύξηση στα τιμολόγια που επιβλήθηκε σε εργαζόμενους και συνταξιούχους της ΔΕΗ είναι πάνω από 70%», λέει στην «Εφ.Συν.» ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ Γιώργος Αδαμίδης, «και το αποτέλεσμα είναι η δημόσια επιχείρηση να πουλάει το ρεύμα στους εργαζομένους της πιο ακριβά από τους ιδιώτες. Από 0,028 ευρώ την κιλοβατώρα που ίσχυε το 2019, τώρα μας χρεώνουν 0,080.
Ιδιαίτερα στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης, όπου ισχύει και το περιβαλλοντικό τιμολόγιο, με έκπτωση 30% για τους κατοίκους επιδοτούμενη από τον κρατικό προϋπολογισμό, οι ιδιώτες τιμολογούν με 0,063 την κιλοβατώρα. Είναι σαν η ΔΕΗ να αισχροκερδεί εις βάρος των υπαλλήλων της», καταλήγει ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ.

«Παραβίαση της συλλογικής αυτονομίας» η βάση της προσφυγής στο ΣτΕ

Στις 13/3, λίγο πριν επιβληθεί η καραντίνα και ανασταλεί η λειτουργία των δικαστηρίων, η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ και η ΠΟΣ ΔΕΗ, διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, κατέθεσαν προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του Δ.Σ. της ΔΕΗ στις 21/1/2020 με την οποία «κουρεύεται» δραστικά το ειδικό τιμολόγιο του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ.

Η προσβαλλόμενη απόφαση της ΔΕΗ δεν είναι παρά επανάληψη της διάταξης του άρθρου 11 του ν. 4643/2019, στην οποία αναφέρεται ότι η έκπτωση στη χρέωση των καταναλώσεων ρεύματος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%, ενώ για τις υπόλοιπες ρυθμιζόμενες χρεώσεις δεν ισχύει ούτε αυτή η έκπτωση. Μάλιστα, στην παράγραφο 2 του άρθρου ορίζεται ρητά ότι καταργείται οποιαδήποτε άλλη σχετική ρύθμιση πηγάζει από τη συλλογική σύμβαση, τον κανονισμό προσωπικού της ΔΕΗ και κάθε άλλη συλλογική συμφωνία.

Η προσφυγή στο ΣτΕ, που δεν είναι ακόμη σαφές πότε θα εκδικαστεί, περιλαμβάνει μια άκρως ενδιαφέρουσα αφήγηση, έστω και νομικά διατυπωμένη, για την προϊστορία του ειδικού τιμολογίου των εργαζομένων της ΔΕΗ, που είναι συνυφασμένη με την ίδια τη συγκρότηση και σύνθεση της ΔΕΗ ως δημόσιας επιχείρησης από το 1950 και μετά, από την πανσπερμία ιδιωτικών ή δημοτικών επιχειρήσεων, των οποίων το προσωπικό απορροφήθηκε από τον «γίγαντα» που ανέλαβε την ολοκλήρωση του εξηλεκτρισμού της χώρας.
Η απορρόφηση, σε όλες τις περιπτώσεις, περιλάμβανε και αναγνώριση δικαιωμάτων ειδικού τιμολογίου, που προφανώς ήταν αυτονόητη πρακτική σε όλη την Ευρώπη. Πλήθος αποφάσεων διοικήσεων της ΔΕΗ και υπουργικών συμβουλίων εδραιώνουν την αναγνώριση της έκπτωσης έναντι αύξησης μισθού.
Ο βασικός λόγος ακύρωσης που επικαλούνται στην προσφυγή τους η ΓΕΝΟΠ και η ΠΟΣ ΔΕΗ είναι η καταστρατήγηση της συλλογικής αυτονομίας και του άρθρου 22 του Συντάγματος, καθώς το ειδικό τιμολόγιο βασίζεται σε συλλογική σύμβαση. Ως δεύτερο λόγο ακύρωσης επικαλούνται την παραβίαση του άρθρου 43 του Συντάγματος, καθώς θεωρούν ότι η απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΗ εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Ως τρίτο λόγο ακύρωσης η προσφυγή επικαλείται την παραβίαση της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου και η έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης της ΔΕΗ.

Γιάννης Κιμπουρόπουλος
www.efsyn.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *