“Πλατεία Αριστοτέλους” Διήγημα για τον τρόπο αντιμετώπισης της εργοδοσίας στους Εργολαβικούς Εργαζόμενους

Σήμερα λάβαμε μήνυμα από φίλο της σελίδας μας «ergolavikoi.gr» , το οποίο και παραθέτουμε ώς έχει καθώς και το διήγημα του “Πλατεία Αριστοτέλους”

«Καλημέρα σας. Ευχαριστώ πολύ για τη διαδικτυακή φιλία σας. Το 2005 εργάστηκα ως στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας σε κεντρική υπηρεσία της στη Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισα για πρώτη φορά τους εργολαβικούς εργαζόμενους. Συγκλονισμένος από τον τρόπο αντιμετώπισής τους από την εργοδοσία, έγραψα ένα διήγημα με τίτλο “Πλατεία Αριστοτέλους”, το οποίο βραβεύτηκε μεταγενέστερα σε πανελλήνιο διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από την ΟΤΟΕ το 2009. Αν σας ενδιαφέρει μπορείτε να το αναρτήσετε στη σελίδα σας είτε ως σύνδεσμο, όπως το παραθέτω παρακάτω, είτε ως “αντιγραφη-επικολληση”. Δεν έχω καμία πρόθεση αναγνωρισιμότητας»

“Πλατεία Αριστοτέλους” Διήγημα για τον τρόπο αντιμετώπισης της εργοδοσίας στους Εργολαβικούς Εργαζόμενους

 Πλατεία Αριστοτέλους

Έφτασα, όπως κάθε πρωί στην ώρα μου στην οδό Σαπφούς, όπου στάθμευα το αυτοκίνητό μου σε μια αλάνα. Η διαδρομή, περπατώντας, ήταν περίπου είκοσι λεπτά από εκεί μέχρι τη δουλειά μου και την έκανα με ακρίβεια κάθε μέρα. Περνούσα απ’ τα δικαστήρια, μετά από το λιμάνι έπαιρνα την παραλιακή κι από την πλευρά της θάλασσας έφτανα στην πλατεία Αριστοτέλους. Πολλές φορές πήγαινα επίτηδες μέχρι το Λευκό πύργο και γυρνούσα πάλι, επειδή μου άρεσε να βλέπω το Θερμαϊκό εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα. Άπλωνα το βλέμμα μου στη θάλασσα κι ένοιωθα πάντα το ίδιο συναίσθημα της ταραχής που ένοιωσα, όταν εφτάχρονο παιδί για πρώτη φορά, την είδα από ένα αστικό που διέσχιζε την Εγνατία.
Μέχρι τότε η μεγαλύτερη ποσότητα νερού που είχα δει ήταν στη μπανιέρα που μ’ έπλενε με το ζόρι η μάνα μου. Αυτός ο τεράστιος, μπλε, ζωντανός όγκος νερού που είδα για μια στιγμή ανάμεσα στις πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης, με τον Όλυμπο μισοχιονισμένο στο βάθος, μου προκάλεσε δέος και ταραχή τόσο που κόλλησα τη μύτη μου στο τζάμι του αστικού και προσπαθούσα σε κάθε δρόμο που ήταν κάθετος  στην Εγνατία να δω το μαγικό θέαμα που αιχμαλώτισε την παιδική μου φαντασία.  Δυστυχώς στο χωριό που γεννήθηκα  δεν είχαμε ούτε ποτάμια ούτε λίμνες ούτε θάλασσα. Μόνο χωράφια υπήρχαν γύρω απ’ το χωριό κι ένας ορίζοντας που άλλαζε χρώμα ανάλογα με την εποχή: πράσινος την άνοιξη, χρυσαφί το καλοκαίρι, καφέ το φθινόπωρο  και άσπρος το χειμώνα. Έτσι λοιπόν κάθε πρωί επέλεγα να κάνω τη διαδρομή πάνω στο πλακόστρωτο της παραλίας μέχρι να φτάσω στη δουλειά μου στην πλατεία Αριστοτέλους. Κάποιες φορές, ακριβώς την ώρα που έφτανα εκεί, έσκαγε μύτη ο ήλιος πίσω απ’ το Λευκό Πύργο σαν τα παιδάκια που παίζουνε κρυφτό. Άλλοτε πάλι δε μπορούσα να δω ούτε στο ένα μέτρο απ’ την ομίχλη κι ορισμένα πρωινά η σιωπηλή υγρασία μου τρυπούσε τα κόκαλα. Όταν έβρεχε, μου άρεσε να περπατώ στην κόχη της προβλήτας βλέποντας τη βροχή να μπιμπικιάζει τη θάλασσα αλλά τις φορές που ο  Βαρδάρης φυσούσε οργισμένος, απέφευγα να  πλησιάσω στην προκυμαία, για να μη με ρίξει στο νερό.

Η θάλασσα άλλοτε επίπεδη σαν γκρίζο πάτωμα πάνω στο οποίο θα μπορούσες να περπατήσεις κι άλλοτε φουσκωμένη, σκοτεινή κι ατίθαση, τίναζε με ορμή την υγρή κώμη της στην παραλιακή λεωφόρο, φτάνοντας μέχρι την απέναντι πλευρά του δρόμου και βρέχοντας τους περαστικούς.
Κάθε πρωί ο περιπτεράς άνοιγε την ίδια ώρα τα στόρια απ’ το περίπτερο, οι καθαρίστριες σφουγγάριζαν τις άδειες καφετέριες, τα φορτηγά ξεφόρτωναν τόνους ποτά και αναψυκτικά ενώ τ’ αδέσποτα γαύγιζαν επιλεκτικά στους περαστικούς, θαρρείς και ξεχώριζαν τους φοβιτσιάρηδες και τους κακούς.
Οι ίδιοι άνθρωποι, την ίδια ώρα κάθε πρωί, στις ίδιες διαδρομές. Και κάθε πρωί η ίδια θλίψη μέσα μου για τον ίδιο λόγο: που δε μπορούσα να μπω σ’ ένα καράβι-φορτηγό, απ’ αυτά που ήταν αραγμένα έξω απ’ το λιμάνι φορτωμένα με κοντέινερς. Να γυρίσω όλο τον κόσμο, έστω κι αν όλη τη μέρα δούλευα ματσακόνι και πινέλο κάτω από τον καυτό ήλιο. Μ’ έπιανε θλίψη επειδή έτσι που τα ’φερε η ζωή, δεν ταίριαξε η ψυχή μου με τη δουλειά μου. Δεν ήταν η ψυχή μου για να κλειστεί σ’ ένα γραφείο με χαρτιά.
«Κάποια μέρα θα φύγω από ’δω» έλεγα μέσα μου κάθε φορά.
Εκείνο το πρωί όμως η ταραχή μου ήταν διπλή και το σφίξιμο στο στομάχι μου ανυπόφορο. Η κρίσιμη μέρα είχε φτάσει και τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Ούτε το θάρρος και η τόλμη μας ήταν εξασφαλισμένα αλλά ούτε και το τι θα επακολουθούσε ήταν γνωστό σ’ εμάς που είχαμε αποφασίσει να κάνουμε μια παράτολμη ενέργεια, σε ώρα αιχμής, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

./.

Ήταν ένας ασπρομάλλης γύρω στα πενήντα πέντε. Γιώργο τον λέγανε. Την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε στο γραφείο μετά τη μετάθεσή του από την επαρχία φαινόταν ότι ένοιωθε άβολα. Μάλλον επειδή, όπως έλεγε, στα τριάντα πέντε χρόνια δουλειάς του ήταν η πρώτη φορά που θα εργαζόταν σε μεγάλη πόλη και σε χώρο που δούλευαν πάνω από είκοσι άτομα. Το πολυώροφο κτίριο στέγαζε περίπου διακόσιους πενήντα υπαλλήλους αλλά οι συστάσεις γνωριμίας του περιορίστηκαν στον τέταρτο και τον πέμπτο όροφο, εκεί όπου κυρίως θα ήταν η δουλειά του.  Θα εργαζόταν στον ίδιο χώρο που εργαζόμασταν κι εμείς. Ο όροφος ήταν χωρισμένος στα δύο με ψηλές ντουλάπες. Μπροστά απ’ τις ντουλάπες με θέα την πλατεία Αριστοτέλους υπήρχαν άνετα και πολυτελή γραφεία, ενώ πίσω απ’ τις ντουλάπες φτηνά γραφεία, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο για «καλύτερη αξιοποίηση του χώρου». Κάθε τόσο βέβαια όλο και στρίμωχναν κάποιον καινούργιο «αξιοποιώντας καλύτερα το χώρο».Στα πολυτελή γραφεία εργαζόντουσαν τα «στελέχη». Ήταν όλοι πάνω από τριάντα χρονών και δούλευαν πληκτρολογώντας τον υπολογιστή τους χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Σαν κωπηλάτες σε γαλέρες που κωπηλατούν ρυθμικά και ακατάπαυστα βλέποντας μόνο το κουπί τους από το φινιστρίνι.Πίσω απ’ τις ντουλάπες ήμασταν εμείς. Υπήρχε μεγάλη ένταση εκεί. Ένα μελίσσι από νεαρά παιδιά (κορίτσια και αγόρια) που το πιο μεγάλο ήταν γύρω στα είκοσι πέντε. Κουβαλούσαν βιαστικά στοίβες από φακέλους, με καρότσια. Οι φάκελοι  περνούσαν από γραφείο σε γραφείο και τους καταχωρούσαν στα κομπιούτερ τους ενώ ταυτόχρονα απαντούσαν στα τηλέφωνα που χτυπούσαν συνεχώς σα δαιμονισμένα. Τελικά τους έπαιρναν πάλι με τα καρότσια για να τους πάνε είτε στο αρχείο είτε στους «κωπηλάτες».Ο καινούργιος ο ασπρομάλλης μας κοίταζε έκπληκτος θαρρείς και δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Όλη την ώρα μουρμούριζε ακατάληπτες φράσεις από τις οποίες ξεχώριζα μερικές λέξεις πού και πού.Κάποια στιγμή προς το μεσημέρι της πρώτης ημέρας  με πλησίασε:

-Συγνώμη ρε Ανδροκλή αλλά αφήνετε τις γυναίκες να σηκώνουνε κιβώτια και να μεταφέρουνε καρότσια; Τον κοίταξα αμήχανος και  ξαφνιασμένος.

-Κύριε Γιώργο, για να κάνουμε και λίγο χιούμορ, μου φαίνεστε λίγο χωριάτης και λίγο αναρχικός! Κάνω λάθος; Από το πρωί που ήρθατε εδώ σας ακούω να λέτε συνέχεια «γαμώ την ξεφτίλα μου» και «γαμώ την ξεφτίλα μου». Όλο για κάτεργα και σκλαβοπάζαρα μουρμουρίζετε. Τι σας έκανε τόση εντύπωση;

-Χαμαλίκι είναι! Χαμαλίκι! Αυτό είναι δουλειά για άντρες. Μου τη δίνει αυτό το σκηνικό που βλέπω απ’ το πρωί.. Εκείνοι οι μαντράχαλοι δίπλα, κάθονται στα γραφεία τους κι εδώ τα κοριτσάκια σηκώνουν βάρη. Κοίτα αυτήν εκεί. Όπως και να τη ζυγίσεις δε θα είναι πάνω από σαράντα πέντε κιλά. Τι βάρος να σηκώσει το καημένο; Δεν είμαστε καθόλου καλά. Ξεφτιλιστήκαμε τελείως. Οι γυναίκες είναι για να τις αγαπάμε και να μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Τις κάναμε σαν τους άντρες και τι καταλάβαμε; Μπερδέψαμε τους ρόλους μας. Ούτε αυτές είναι πλέον καλές μανάδες και σύζυγοι, ούτε εμείς είμαστε άντρες πια. Τελικά εγκαταστάθηκε σ’ ένα γραφείο που έβλεπε και τους δύο χώρους και του ανέθεσαν την εποπτεία ενός τμήματος της δουλειάς μας. Η πρώτη κουβέντα που είπε για το γραφείο του ήταν ότι «αυτό δεν ήταν γραφείο, ήταν τραβεστί. Ούτε στην πλατεία ανήκε ούτε στον ακάλυπτο». «Θα έχουμε πολύ γέλιο μ’ αυτόν» σκέφτηκα αλλά τελικά δεν είχαμε!                      

  ./.

Δύο ημέρες μετά, ο  φίλος μου ο Ανέστης, ένα συμπαθητικό παλικάρι που κουβαλούσε κάθιδρος, όλη μέρα πάνω-κάτω τους φακέλους με τα καρότσια, μπήκε για λίγο στο γραφείο της υποδιευθύντριας και μετά άρχισε να μας αποχαιρετάει έναν-έναν.  Τον απέλυσαν!  Έτσι απλά όπως γινόταν συνήθως. Σε φώναζε η υποδιευθύντρια στο γραφείο της λίγο πριν λήξει το ωράριο εργασίας και σου έλεγε:-Αύριο δε θα ’ρθεις στη δουλειά.  Θα σε φωνάξουμε εμείς αν σε χρειαστούμε. Πήγε ν’ αποχαιρετήσει και τον «παππού»  όπως ονομάσαμε τον ασπρομάλλη νεοφερμένο. Μίλησε για λίγο μαζί του και μετά έφυγε βουρκωμένος ενώ την ίδια ώρα ο «παππούς» έβγαινε  στο μπαλκόνι. Πήγε στη γωνία από τη μεριά της θάλασσας κι ατένιζε αφηρημένος  ένα επιβατικό καράβι που, εκείνη την ώρα. έφευγε για Σάμο. Μετά από λίγο ήρθε κατ’ ευθείαν σ’ εμένα:-Θέλω να σου μιλήσω, μου είπε.-Σας ακούω κύριε Γιώργο.-Όχι εδώ, έξω. Ένα τσιγάρο κουβέντα θα κάνουμε.Βγήκαμε στο μπαλκόνι που έβλεπε την πλατεία Αριστοτέλους.

-Είναι αλήθεια αυτό που μου είπε ο Ανέστης; Είστε «νοικιασμένοι» εργαζόμενοι; Εργάζεστε εδώ αλλά στα επίσημα χαρτιά, άλλος είναι ο εργοδότης σας;

-Ναι του απάντησα.

-Και μ’ αυτό το καθεστώς  κάποιοι εδώ εργάζονται μέχρι και πέντε χρόνια;

-Ναι είπα πάλι.Κοκκίνισε από έκδηλο θυμό.-Καλά ρε γαμώτο τι ξεφτίλα είν’ αυτή; Πού καταντήσαμε; Άκου να δεις!  Είναι συνηθισμένος λέει ο Ανέστης. Αν είναι τυχερός, θα τον ξαναπροσλάβουν σε μερικούς μήνες. Δηλαδή σας απολύουν και σας ξαναπαίρνουν για να μην έχετε εργασιακά δικαιώματα;

-Όχι πάντα. Αυτό συμβαίνει μόνο με τα «καλά παιδιά» κύριε Γιώργο. Ξαναπαίρνουν μόνο αυτούς που είναι πειθήνιοι, λιγομίλητοι και εργατικοί. Τους άλλους απλά δεν τους καλούν να δουλέψουν ξανά. Κι αν θέλετε το πιστεύετε, υπάρχουν γυναίκες με παιδιά εδώ μέσα οι οποίες, χωρίς υπερβολή, προσεύχονται να υπάρχει πάντα δουλειά κι ας τις βγάζουν την πίστη. Κι ας τις ξεφτιλίζουν καθημερινά με προσβολές και ύπουλες συμπεριφορές. Τα θεσμικά και νόμιμα εργασιακά δικαιώματά τους ούτε καν τα σκέφτονται. Είναι μεγάλη πολυτέλεια επειδή το μεροκάματο είναι γι’ αυτούς εντελώς, μα εντελώς, απαραίτητο.-Ντρέπομαι ρε Ανδροκλή. Μά το θεό σου λέω ντρέπομαι…Αγρίεψε! Πήρε φόρα κι εγώ  δε μπορούσα να κάνω κάτι έτσι που ήταν  φορτισμένος. Απλά στάθηκα μπροστά του για να μη βλέπουν οι από μέσα τις χειρονομίες του και το οργισμένο ύφος του. Είπε για τον συνδικαλισμό ότι «κατάντησε ρουσφετομάγαζο που έχασε πια την αξιοπιστία του και τον προσανατολισμό του επειδή τα συνδικαλιστάκια μέθυσαν απ’ τη συνδιαχείριση της εξουσίας, ταυτίστηκαν με τα κόμματα και με τους εργοδότες και δεν εμπνέουν πλέον κανέναν».  «Τόσα χρόνια έβλεπαν το δάχτυλο κι όχι το φεγγάρι» έλεγε. «Ακόμη και σήμερα δεν κατάλαβαν  ότι ο μεγαλύτερος εχθρός των εργαζόμενων και των φτωχών δεν είναι ο κάθε εργοδοτάκος αλλά η παγκοσμιοποίηση και οι όροι με τους οποίους επιχειρείται να επιβληθεί. Τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε λίγους και αμέτρητα εκατομμύρια φτωχοί κι εξαθλιωμένοι άνθρωποι. Οι καπιταλιστές θέλουν ολόκληρη η υφήλιος να λειτουργεί με τους δικούς τους κανόνες της αγοράς. Αλλά η σημασία της λέξης «αγορά» στην αρχαία Ελλάδα ήταν διαφορετική. Δεν ήταν συνώνυμο του στημένου παιχνιδιού και του χωρίς όρια εύκολου πλουτισμού των λίγων σε βάρος των πολλών».-Ναι αλλά μόνο αυτή την απάντηση έχουμε σήμερα κύριε Γιώργο. Το οργανωμένο μαζικό κίνημα. Έστω κι αν ο συνδικαλισμός είναι έτσι όπως τα λέτε, παραμένει η μόνη μας ελπίδα, του είπα ανήσυχος.

-Θα συμφωνούσα αλλά πρέπει πρώτα να θυμώσουμε, μου απάντησε ξερά.! Να βγει αβίαστα η φυσική οργή μας και αντιδράσουμε ριζοσπαστικά! Όχι να εξαντλούμαστε σε προσυμφωνημένες  ή χλιαρές αντιδράσεις κι αναποτελεσματικούς λεονταρισμούς. Κατά τη γνώμη μου  ο οργανωμένος ακτιβισμός είναι η άριστη λύση  για να αναδειχτεί ένα κοινωνικό ζήτημα. Να βρούμε δηλαδή τα αδύνατα σημεία του συστήματος και να το χτυπήσουμε εκεί. Όπως ο Οδυσσέας τον Πολύφημο! Χειρονομούσε και κουνούσε απειλητικά το δάχτυλο όταν μιλούσε για την «διάλυση του κοινωνικού ιστού που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση και τα κοράκια του νεοκαπιταλισμού».

-Είναι άρπαγες, άπληστοι και  ακόρεστοι για το χρήμα και την εξουσία. Αν τους αφήσεις, σιγά-σιγά, θα θεωρήσουν αυτονόητο δικαίωμά τους να μας πιούν το αίμα με το καλαμάκι. Η ιδέα του εκσυγχρονισμού είναι ένα εργαλείο για να μας γυρίσουν στο μεσαίωνα. Συμφέροντα και ενεργούμενα συμφερόντων συνιστούν μια σύγχρονη παγκόσμια συμμορία που έχει φτιάξει τους κανόνες στα μέτρα της και μαζί με τον πλούτο της γης λεηλατεί και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο πόνος, η πείνα, η αρρώστια, η αγωνία, ο θάνατος έγιναν για όλους αυτούς στην καλλίτερη περίπτωση ένα ντοκυμανταίρ που το βλέπουν καθισμένοι στο σαλόνι τους ή μια  καλή ευκαιρία για να πλουτίσουν.

-Το κέρδος είναι κίνητρο κύριε Γιώργο. Χωρίς κίνητρο δεν κινείται τίποτε…Δεν υπάρχουν άλλα κίνητρα; Η ανθρωπιά δεν είναι κίνητρο; Η πολιτισμένη οργάνωση της κοινωνίας δεν είναι κίνητρο; Το να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι δεν είναι κίνητρο; Χειρότεροι από τις αγέλες των ζώων είμαστε! Μεταλλαχτήκαμε αγόρι μου άκου που σου λέω! Καθημερινά ο πλούτος τρώει τις συνειδήσεις και η αγορά τη δημοκρατία. Η υγεία, η εκπαίδευση και η δικαιοσύνη έγιναν  συναλλαγή και εμπόρευμα. Οι ύαινες που τρώνε τις σάρκες μας θέλουν λιγότερο κράτος για να έχουν πλήρη ασυδοσία. Η αγορά όπως αυτοί την καταλαβαίνουν δημιουργεί καθημερινά εκατομμύρια μικρές τραγωδίες σ’ όλο τον κόσμο. Και δεν ανοίγει μύτη! Δε βλέπεις πού καταντήσαμε ρε Ανδροκλή; Η συλλογική μας συνείδηση χάνεται μέσα στον μικροαστισμό μας και στο «δόξα το θεό, τα βολεύουμε». Οι τραγωδίες πια δε μας συγκινούν! Οι λαθρομετανάστες που πνίγονται καθημερινά στο Αιγαίο είναι μια στιγμιαία θλίψη για μας. Τίποτε παραπάνω! Φτάσαμε να θεωρούμε αυτονόητο αυτό που πριν λίγο καιρό ήταν αδιανόητο. Και το ξέρουν αυτό οι άρπαγες γι’ αυτό επιχειρούν το αδιανόητο και το περνάνε εύκολα. Λόγω της αδράνειάς μας! Πορευόμαστε ατομικά με βάρκα το μικροσυμφέρον μας κι αυτό είναι η καταδίκη μας.

-Πολύ πορωμένο σας βλέπω! Και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε δηλαδή;

-Να εξοργιστούμε κατ’ αρχήν ρε γαμώτο! Εμείς οι μισοβολεμένοι δεν οργιζόμαστε αρκετά για να βγούμε στους δρόμους και να τρομάξουμε τους  νεοκαπιταλιστές και τα τσιράκια τους. Να γκρεμίσουμε την καινούργια πύλη της Βαστίλλης που στήνεται καθημερινά με  κοινωνικούς αποκλεισμούς! Μιλούσε με τέτοια ένταση και βεβαιότητα θαρρείς και τους είχε όλους μαζεμένους απέναντί του. Ήταν τόσο σίγουρος γι’ αυτά που έλεγε που νόμισες ότι τους ήξερε όλους έναν-έναν. Τους νεοκαπιταλιστές! Φύσηξε τον καπνό του και συνέχισε ενώ εμένα μ’ «έζωναν τα φίδια» επειδή έβλεπα πολλά βλέμματα από το εσωτερικό του κτιρίου να συγκεντρώνονται πάνω μας.

-Μας πρήξανε με το ασφαλιστικό. Πρέπει λέει να κάνουμε θυσίες για να είναι βιώσιμο και διάφορες τέτοιες στραμπουληγμένες μαλακίες. Το χειρότερο όμως ξέρεις ποιο είναι Ανδροκλή; Πές-πές άρχισαν να πείθουν και τους ίδιους τους εργαζόμενους ότι πρέπει να κάνουν μεγάλες θυσίες. Κι εγώ τους ρωτάω: Το κοινωνικό κράτος πού είναι ρε μαλάκες; Ποιος είναι ο ρόλος του τελικά; Τι εγγυάται  αυτό το κακέκτυπο της αμερικάνικης αναλγησίας που έχουμε για κράτος; Ότι θα δουλεύουμε μέχρι να πεθάνουμε; Ή ότι θα ψωμολυσσάμε με συντάξεις πείνας; Χαίρω πολύ! Αυτά μπορώ να στα εγγυηθώ κι εγώ. Είμαστε καλά ή τρελαθήκαμε όλοι; Αντί εμείς οι εργαζόμενοι να απαιτούμε το αυτονόητο δικαίωμά μας σε μια αξιοπρεπή και ασφαλή διαβίωση, συμφωνούμε να βιάζουν καθημερινά και τη νοημοσύνη μας και τη ζωή μας; Ε λοιπόν εγώ δε συμφωνώ. Εγώ λέω μαζί με τους κλέφτες να τρομάξουμε και τους ηλίθιους.-Είστε πολύ ακραίος κύριε Γιώργο, του είπα αγχωμένος. Κάπου έχετε δίκαιο αλλά δεν συμφωνώ σε όλα μαζί σας…Χαμήλωσε λίγο την ένταση κι η φωνή του έγινε πιο τρυφερή και ανθρώπινη.-Τι οικογένεια θα κάνεις εσύ ρε Ανδροκλή; Τι οικογένεια θα κάνουν τα παιδιά μου που είναι στην ηλικία σου; Τι προγραμματισμό να κάνετε όταν γύρω σας όλοι οι θεσμοί κοινωνικής προστασίας καταρρέουν και δεν είσαστε σίγουροι ούτε για τη δουλειά σας, ούτε για την ασφάλισή σας; Που θα στηρίξετε την αξιοπρέπεια  των παιδιών σας αν δεν υπάρχει το κράτος-εγγυητής; Στον οίκτο του αφεντικού  ή στους νόμους της αγοράς; Δε  μέμφομαι εσένα αγόρι μου, γενικά μιλάω. Δε φταις εσύ ούτε και κανείς απ’ αυτούς που βογκάνε καθημερινά για να τα βγάλουν πέρα. Με τους λύκους της αγοράς τα ’χω. Με τους λύκους και τα τσιράκια τους…Τρόμαξα από την έξαψή του.

-Κύριε Γιώργο…-Μη με λες κύριο. Είναι βρισιά! Δε μοιάζω εγώ σ’ αυτούς τους «κυρίους». Αν ήμουν νέος και ζούσα αυτά που ζείτε εσείς θα διάλεγα. Ή θα τα ’βαζα με τους γύπες και τ’ άλλα αρπακτικά  της «αγοράς» ή θα πήγαινα στο βουνό να βοσκάω πρόβατα.

-Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να τα συζητήσουμε αυτά, ψέλλισα. Ήδη μας κοιτάζουν πολλοί από μέσα κι αισθάνομαι άσχημα…Ξαφνικά, σαν να ξύπνησε, κατάλαβε την ταραχή μου καθώς και ότι μ’ έφερνε σε δύσκολη θέση.-Βγαίνω έξω. Θα πάω μια βόλτα στην παραλία, είπε κι έφυγε βιαστικά.  Είχε το προνόμιο να φεύγει. Ήταν μόνιμος κι ετοιμαζόταν σε λίγο καιρό να βγει στη σύνταξη γι’ αυτό δεν του έλεγε κανείς τίποτα. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν έκανε κατάχρηση αυτού του προνομίου του.
                       

./.

Εκείνο το πρωί, όπως πάντα,  μπήκα στο γραφείο πρώτος. Πήγαινα  νωρίς για ν’ αποφύγω κάτι αντιπαθητικά στελέχη που είχαν «καβαλημένο καλάμι» και ύφος σαράντα ενός καρδιναλίων. Τους περίμενα καθισμένος στο γραφείο μου, για να βάλουν ταπεινωτικά την υπογραφή τους στο παρουσιολόγιο. Έτσι ήταν αναγκασμένοι να λένε αυτοί σ’ εμένα καλημέρα κι όχι εγώ σ’ αυτούς.  Ένοιωθες στο βλέμμα τους και στη συμπεριφορά τους το «αναμφισβήτητο». Ήταν «αυθεντίες», «μοναδικοί»,  «αναντικατάστατοι» και οι περισσότεροι με εμφανώς ισχυρή δόση υπεροψίας. Εντελώς ανυποψίαστοι για τη μετριότητά τους. Διψούσαν για καταξίωση και προβολή αλλά αν μιλούσες για λίγο μαζί τους και είχες στοιχειώδη λογική, καταλάβαινες αμέσως την αφόρητη μιζέρια της ζωής τους. Μοναδική αξιοσύνη τους ήταν η δουλειά τους και μοναδική τους επιδίωξη το επόμενο σκαλοπάτι της ιεραρχίας. Το μαστίγιο τους ήταν οι προσβολές. Το καρότο οι προαγωγές. Όταν κάποιος ανώτερος τους πρόσβαλλε μπροστά σε όλους για την παραγωγικότητά τους, σκύβανε το κεφάλι σαν παιδάκια που τα μάλωσαν επειδή έκαναν αταξίες. Σε λίγο όμως επανερχόταν το γνωστό ύφος της αυθεντίας στο πρόσωπό τους. Η προσωπική τους ζωή αδιέξοδη αλλά η βιτρίνα, βιτρίνα. Τι τα θέλεις; Καμένες ζωές γεμάτες επίφαση και όχι ουσία.Ο «παππούς» έλεγε:

– ΄Eχουν διαμπερές τραύμα στον εγκέφαλο αυτοί. Εθελοντικά έγιναν αναλώσιμα κουφάρια σ’ έναν επιχειρηματικό «πολιτισμό» που, ύπουλα, καταστρέφει την ψυχή τους καθημερινά. Δεν έχουν χρόνο να σκεφτούν. Αντί να βιώσουν την πραγματική  γνώση καταπίνουν τη γρήγορη πληροφορία μεταλλάσσοντας τον ανθρώπινο πυρήνα τους σε bites.

Κολλούσε  το δείκτη του χεριού του στο σημείο του μυαλού και συμπλήρωνε:

«Do you know ανήκεστος βλάβη»;

Διαβάστε το υπόλοιπο εδώ

 Ατματζίδης Ν. Γιώργος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *